μετατροπαλίζομαι
μετατροπαλίζομαι, to turn about
μετατροπ-ᾰλίζομαι, Pass.,
- turn about, οὔ τι μετατροπαλίζεο φεύγων Il. 20.190.
μετα·τροπαλίζομαι (seul. prés.) [πᾰ] se retourner en fuyant, Il. 20, 190.
Étym. μετατροπή.
μετατροπαλίζομαι, sich umwenden, umkehren zur Flucht, Il. 20.190.
μετατροπαλίζομαι
[μετα- 7 + τροπ-, τρέπω.]
(ἐντροπαλίζομαι.)
To keep turning round : τότʼ οὔ τι μετατροπαλίζεο φεύγων (turned to face me in thy flight) Il. 20.190.
μετατροπαλίζομαι (τρέπω): turn about to look behind (in flight), Il. 20.190†.
μετατροπαλίζομαι
- Pass. to turn about, il.