Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετατροπεύω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετασυντάσσω
μετασυντίθημι
μετασύρω
μετασυσχηματίζομαι
μετασυσχηματίζω
μετασφαιρίζω
μετασφαιρισμός
μετάσχεσις
μετασχηματίζω
μετασχημάτισις
μετασχηματισμός
μετασχηματιστέον
μετασχιστής
μετασωματόομαι
μετάταξις
μετατάσσω
μετατάττω
μετατεύχω
μετατίθημι
μετατίκτω
μετατραγῳδία
μετατρέπομαι
μετατρεπτικός
μετατρέπω
μετατρέφω
μετατρέχω
μετατροπά
μετατροπάδην
μετατροπάζομαι
μετατροπαλίζομαι
μετατροπεύω
μετατροπή
μετατροπία
μετατροπιάζομαι
μετάτροπος
μετατροχαζόντως
μετατρωπάομαι
μετατρωπάω
μετατρωχάω
μετατυπόω
μετατύπωσις
μεταυγάζω
μεταυδάω
μεταῦθις
μεταύλιον
μέταυλος
μεταύριον
Μέταυρος
μεταυτίκα
μεταῦτις
μέταυτος
μεταυχένιος
μεταφέρω
μεταφέψω
μετάφημι
μεταφημίζω
μεταφοιτάω
μεταφοίτησις
μεταφορά
μεταφορέω
μεταφορητός
…
μετατροπεύω
Save
LSJ
μετατροπ-εύω,
gloss on προμαλχατεύω,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}