μέταυλος
μέταυλος, ον, Att. for μέσαυλος (q. v.).
μέτ·αυλος, ος, ον, c. μέσαυλος, Lys. 93, 19 ; Plut. M. 698c.
μέταυλος, = μέσαυλος, θύρα, Lys. 1.17 ; vgl. Lobeck zu Phryn. p. 195 u. Moeris.
μέταυλος
μέτ-αυλος, ον
Attic for μέσαυλος.