μετατρωπάω Save Bailly 2024 Pape μετα·τρωπάω-ῶ, c. μετατρέπω, A. Rh. 3, 297. μετατρωπάω, poet. = μετατρέπω, ἁπαλὰς δὲ μετετρωπᾶτο παρειὰς ἐς χλόον, Ap.Rh. 3.297.