μηνύτωρ
μην-ύτωρ [ῡ], Dor. μᾱν-, ορος, ὁ,
- = μηνυτήρ, AP 11.177 (Lucill.).
*μηνύτωρ, dor. μανύτωρ, ορος (ὁ) [ᾱῡ] c. μηνυτής, Anth. 11, 177.
μηνύτωρ, ορος, ὁ, poet. = μηνυτήρ, Philp. 39 (XI.177), in dor. Form μᾱνύτορα.
μηνύτωρ
μηνύ_τωρ, ορος, ὁ,
= μηνυτήρ, Anth.
from μηνύω