μηνυτήρ
μηνυτήρ, an informer, guide
μην-ῡτήρ, ῆρος, ὁ,
- informer, guide, A. Eu. 245; one who shows, reveals, μ. ἁγίων λέκτρων Orph. H. 41.7.
μηνυτήρ, ῆρος (ὁ) [ῡ] c. μηνυτής, Eschl. Eum. 245 ; Orph. H. 40, 7.
μηνυτήρ, [ῡ], ῆρος, ὁ, = μηνυτής ; ἕπου δὲ μηνυτῆρος ἀφθέγκτου φραδαῖς, Aesch. Eum. 236.
μηνυτήρ
μηνῡτήρ, ῆρος,
μηνύω
- an informer, guide, Aesch.