Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μητροπάρθενος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μητρογαμέω
μητρογαμία
μητρογάμος
μητροδίδακτος
μητρόδοκος
Μητρόδοτος
Μητρόδωρος
μητροήθης
μητρόθε
μητρόθεν
μητρόθεος
μητροκασιγνήτη
Μητροκλῆς
μητροκοίτης
μητροκολωνεία
μητροκομέω
μητροκτονέω
μητροκτονία
μητροκτόνος
μητροκωμία
μητρόλεθρος
μητρολέτης
μητρόληπτος
μητρολῴας
μητρομανία
μητρομήτωρ
μητρομιξία
μητρομίξιον
μητρόμοιος
μητρόξενος
μητροπάρθενος
μητροπάτωρ
μητρόπολις
Μητρόπολις
μητροπολίτης
μητροπολιτικός
μητροπολῖτις
μητροπόλος
μητροπρεπής
μητρορραίστης
μητρόρριπτος
Μητρότιμος
μητροτρεφής
μητροτύπτης
Μητροφάνης
μητροφθόρος
μητροφόνος
μητροφόντης
μητρυιά
μητρυιάζω
μητρυιή
μητρυιογάμος
μητρυιός
μητρυιώδης
μητρῳάζω
μητρῳακός
μητρῳασμός
μητρῴζω
μητρώϊος
μητρώιος
μήτρων
…
μητροπάρθενος
Save
Pape
μητροπάρθενος
, ἡ,
die Mutter-Jungfrau
, von der Jungfrau Maria, K.S.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}