μητροπολιτικός
μητροπολιτικός, belonging to a μητροπολίτης Ι.1
μητρο-πολῑτικός, ή, όν,
- belonging to a μητροπολίτης 1.1, in neut. pl., of taxes, CPHerm. 120.
- II of a μητροπολίτης II, δίκαιον Just. Nov. 131.4, Cod.Just. 1.5.12.22.