Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μητρώιος
Autenrieth Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μητρόξενος
μητροπάρθενος
μητροπάτωρ
μητρόπολις
Μητρόπολις
μητροπολίτης
μητροπολιτικός
μητροπολῖτις
μητροπόλος
μητροπρεπής
μητρορραίστης
μητρόρριπτος
Μητρότιμος
μητροτρεφής
μητροτύπτης
Μητροφάνης
μητροφθόρος
μητροφόνος
μητροφόντης
μητρυιά
μητρυιάζω
μητρυιή
μητρυιογάμος
μητρυιός
μητρυιώδης
μητρῳάζω
μητρῳακός
μητρῳασμός
μητρῴζω
μητρώϊος
μητρώιος
μήτρων
μητρωνυμικός
Μητρῷον
μητρῷος
μήτρως
μητρῳσμός
μητρωσμός
μηχανάομαι
μηχανάριος
μηχανάω
μηχανέομαι
μηχανεύομαι
μηχανεύς
μηχάνευσις
μηχανεύω
μηχανή
μηχάνημα
μηχάνησις
μηχανητέον
μηχανητέος
μηχανητής
μηχανητικός
μηχανῆτις
μηχανητός
μηχανία
μηχανίη
μηχανικός
μηχανικῶς
μηχανῖτις
Μηχανίων
…
μητρώιος
Save
Autenrieth Homer
μητρώιος :
of a mother, maternal
, δῶμα, Od. 19.410†.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}