μητρορραίστης Save μητρορραίστης, matricide LSJ Pape μητρο-ρραίστης, ου, ὁ, matricide, Suid. μητρορραίστης, ὁ, der Muttermörder, Suid. erkl. ὁ φθείρων τὴν μητέρα.