Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μικρολόγως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μικρογραφέω
μικρογραφία
μικροδοσία
μικρόδουλος
μικροδύναμος
μικροθαύμαστος
μίκροθεν
μικροθυμέω
μικροθυμία
μικρόθυμος
μικροκαμπής
μικροκάρδιος
μικροκαρπία
μικρόκαρπος
μικροκενόσπουδος
μικροκέφαλος
μικροκίνδυνος
μικρόκλαδος
μικροκλέπτης
μικροκοίλιος
μικρόκομψος
μικρόκοσμος
μικροκωμία
μικρολεγής
μικροληψία
μικρολογέομαι
μικρολογέω
μικρολογητέον
μικρολογία
μικρολόγος
μικρολόγως
μικρόλυπος
μικρόμαστος
μικρομεγέθης
μικρομελής
μικρομέρεια
μικρομερής
μικρομετρέω
μικρόμισθος
μικρόμματος
μικρόμυρτος
μικρόνησος
μικρόπεπλος
μικρόπλεον
μικρόπνοος
μικρόπνους
μικροποιέω
μικροποιός
μικροπολιτεία
μικροπολίτης
μικροπολιτικός
μικροπολῖτις
μικροπόνηρος
μικρόπος
μικρόπους
μικροπρέπεια
μικροπρεπεύομαι
μικροπρεπής
μικροπρόσωπος
μικρόπτερα
μικροπτέρυξ
…
μικρολόγως
Save
Bailly 2024
μικρολόγως
[
ῑ
]
adv.
minutieusement, en chicanant,
Plut.
M.
730
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}