μικροπόνηρος
μικροπόνηρος, wicked in small things
μικρο-πόνηρος, ον,
- wicked in small things, Arist. Pol. 1295b10.
μικρο·πόνηρος, ος, ον [ῑ] méchant dans de petites choses, Arstt. Pol. 4, 11, 5.
Étym. μ. πονηρός.
μικροπόνηρος, schlecht im Kleinen, Arist. Pol. 4.11, Ggstz μεγαλοπόνηρος.
μικροπόνηρος
μικρο-πόνηρος, ον
- wicked in small things, Arist.