μικροπολῖτις Save Bailly 2024 Pape μικροπολῖτις, ίτιδος [ῑῑῐδ] adj. f. de μικροπολίτης, Syn. 203. μικροπολῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu μικροπολίτης, ἐκκλησία, Synes. ep. 58 E.