μικρόπλεον
μικρόπλεον, a little more
μικρό-πλεον, Adv.
- a little more, BGU 316.3 (iv A.D.):—also μικρό-πλους, ζήσας μικρόπλους ἔτη κβʹ IG 14.2560; ζ. μ. ἐτῶν ἑξήκοντα ib. 2300.