μιξολύδιος
μιξολύδιος, half-Lydian
μιξο-λύδιος [ῡ], ον,
- half-Lydian, of the Mysian dialect, μιξολύδιον . . πως καὶ μιξοφρύγιον Xanth. 8.
- II in Music, mixolydian, τόνος Aristox. Harm. 2 p.37 M., Bacch. Harm. 46; ἁρμονία Plu. Mus. 2.1136c; εἶδος τοῦ διὰ πασῶν Cleonid. 9.
μιξο·λύδιος, ος, ον [ῡ] à moitié lydien, t. de mus. Str. 572 ; Ptol. Harm. p. 71d, etc.
Étym. μ. Λυδία.
μιξολύδιος, halb lydisch, eine Tonart ; Strab. XII.572 ; Music.
μιξολύδιος
μιξο-λύ_διος, ον
- half-Lydian, Strab.