μιξόμβροτος
μιξόμβροτος, half-human
μιξό-μβροτος, ον, for μιξόβροτος,
- half-human, βοτόν A. Supp. 568 (lyr.).
μιξό·μβροτος, ος, ον, à moitié homme, Eschl. Suppl. 569.
Étym. μίγνυμι, *μβροτός, d’où βροτός.
μιξόμβροτος, mit der menschlichen Gestalt gemischt, halb Mensch, βοτὸν ἐσορῶντες δυσχερὲς μιξόμβροτον, Aesch. Suppl. 563.