μισάγαθος
μισάγαθος, hating good
μισ·άγαθος, ος, ον [ῑᾰᾰ] qui hait le bien, Chrys. 5, 62 Migne.
Étym. μισέω, ἀγαθός.
μισάγαθος, [ῑ], das Gute, die Guten hassend, Schol. Pind. P. 4.507 u. a.Sp.
μισάγαθος
μῑσ-άγᾰθος, ον
- hating good or goodness.