μιξοφρύγιος
μιξοφρύγιος, half-Phrygian
μιξο-φρύγιος [ῠ], ον,
- half-Phrygian, of dialect, Xanth. 8; πολίχναι Str. 13.4.13.
μιξο·φρύγιος, ος, ον [ῠ] à moitié phrygien, t. de musique, Str. 572.
Étym. μ. Φρυγία.
μιξοφρύγιος, gemischt-, halb phrygisch, Strab. XII.572.
μιξοφρύγιος
μιξο-φρύγιος (ῠ), ον
- half-Phrygian, Strab.