μιχθαλόεις
μιχθᾰλόεις, εσσα, εν, read by Antim. for ἀμιχθαλόεις in Il. 24.753 (Sch. T ad loc.), v.l. in Coluth. 208.
μιχθαλόεις, όεσσα, όεν [ᾰ] troublé, nuageux, obscur, Col. 208 dout.
Étym. μίγνυμι.
μιχθαλόεις, εσσα, εν, = ὀμιχλώδης, ἦρ, Coluth. 208, man vermutet ἀμιχθαλόεις.