About Report a problem

Menu

μιτρόω

μιτρόω, surround as with a girdle

μιτρ-όω,
  • surround as with a girdle, Nonn. D. 16.275:—Med., βρέφος . . ἐμιτρώσαντο χορείαις ib. 14.28.
    • II Med., wear a μίτρα, Διονυσιακὸν τὸ μιτροῦσθαι Str. 15.1.58; μ. τὰς κόμας Id. 15.1.71; μιτρωσάμενοι τὰ μέτωπα Id. 3.3.7.

Saved

Recent