μιτρηφόρος
μιτρηφόρος, wearing a μίτρα
μιτρη-φόρος, ον,
- wearing a μίτρα, Hdt. 7.62, Diog.Ath. 1.1, Phoen. 1.24, D.S. 4.4.
μιτρη·φόρος, ος, ον, c. μιτροφόρος, Hdt. 7, 62 ; Diog. Trag. (Ath. 636a).
Étym. μίτρα, φέρω.
μιτρηφόρος, = μιτροφόρος ; Her. 7.62 ; Diogen. Trag. bei Ath. XIV.636a ; DS. 4.4.
μιτρηφόρος
- wearing a μίτρα or turban, Hdt.