μιτρόδετος
μιτρόδετος, bound with a μίτρα
μιτρό-δετος, ον,
- bound with a μίτρα, κόμη AP 6.165 (Phal.).
μιτρό·δετος, ος, ον, lié par un bandeau, Anth. 6, 165.
Étym. μίτρα, δέω.
μιτρόδετος, mit der μίτρα gebunden, λίκνον, Phalaec. 3 (VI.165).
μιτρόδετος
μιτρό-δετος, ον
- bound with a μίτρα, Anth.