μνηστηροκτόνος
μνηστηροκτόνος, suitor-slaying
μνηστηρο-κτόνος, ον,
- suitor-slaying, πατὴρ Οἰνόμαος Sch. Il. 1.38.
μνηστηροκτόνος, die Freier tötend, Schol. Il. 1.38 u. Lycophr. 156.