μνιώδης
μνῑώδης, ες,
- = μνιαρός, Nic. Al. 497.
μνιώδης, ης, ες [ῑ] qui ressemble à de la mousse, moussu, Nic. Al. 497.
Étym. μνίον, -ωδης.
μνιώδης, ες, = μνιόεις, θρῖα, Nic. Al. 497, = φύλλα τῶν βρύων [wo ι lang ist].