About Report a problem

Menu

μνηστύς

μνηστύς, ύος, ἡ, Ion. for μνηστεία,
  • wooing, courting, asking in marriage, παύσεσθαι . . μνηστύος ἀργαλέης Od. 2.199; μή πως . . καταισχύνητέ τε δαῖτα καὶ μνηστύν [ῡ] 16.294.

Saved

Recent