μνιόεις
μνιόεις, mossy
μνῐόεις, εσσα, εν,
- = μνιαρός, μ. βυθοῖο τάρφεα A.R. 4.1237.
μνιόεις, όεσσα, όεν, c. le préc. A. Rh. 4, 1237.
μνιόεις, εσσα, εν, poet. = μνιαρός, Ap.Rh. 4.1237.
μνιόεις, mossy