μοιρίς
μοιρίς, divided
μοιρ-ίς, ίδος, ἡ,
- divided, μ. λίτρα a half λίτρα, Nic. Al. 329 (v.l. μοιράς).
μοιρίς, ίδος [ῐδ] adj. f. c. le préc. Nic. Al. 329.
μοιρίς, ίδος, ἡ, geteilt, Nic. Al. 329, v.l. μοιράς.