μοιροφόρητος
μοιροφόρητος, borne by fate
μοιρο-φόρητος, ον,
- borne by fate, gloss on κηρεσσιφόρητος, Sch.D Il. 8.527, EM 511.31.
μοιροφόρητος, vom Schicksal gebracht, Schol. Il. 8.527.