μοιρόκραντος
μοιρόκραντος, ordained by destiny
μοιρό-κραντος, ον, (κραίνω)
- ordained by destiny, fated, ἆμαρ, θεσμός, A. Ch. 611 (lyr.), Eu. 392 (lyr.).
μοιρό·κραντος, ος, ον, fixé par un arrêt du Destin, Eschl. Ch. 612, Eum. 392.
Étym. μοῖρα, κραίνω.
μοιρόκραντος, von der Möre, vom Schicksal vollendet, bestimmt, ἦμαρ, Aesch. Ch. 603, θεσμός, Eum. 370.
μοιρόκραντος
μοιρό-κραντος, ὁ,
κραίνω
- ordained by destiny, Aesch.