μοισαῖος Save μοισαῖος, of the Muses Bailly 2024 Grieks Nederlands μοισαῖος, α, ον, dor. c. μουσαῖος, Pd. N. 8, 80 ; I. 5, 8, 2 ; 8, 134. μοισαῖος -α -ον zie μούσειος.