μολυβδόχρως Save LSJ Bailly 2024 μολυβδό-χρως, ωτος, ὁ, ἡ, = foreg., Gal. 1.343. μολυβδό·χρως, ωτος (ὁ, ἡ) c. le préc. Gal. 2, 209. Étym. μ. χρώς.