μολυβδώδης
μολυβδ-ώδης, ες,
- = μολυβδοειδής, Hp. Prog. 2 (interpol.), Dsc. 5.81; τὸ τῆς χροιᾶς μ. Gal. 11.282.
μολυβδώδης, ης, ες, c. μολυβδοειδής, Hpc. Progn. 37 ; Diosc. 5, 97 ; Ruf. p. 234 Matthäi.
Étym. μ. -ωδης.
μολυβδώδης, ες, = μολυβδοειδής, Diosc.