μολυβίς Save LSJ Bailly 2024 Pape μολῠβίς, ίδος, ἡ, gloss on μολύβδαινα, Hsch. μολυβίς, ίδος (ἡ) c. μολυβδίς, Bas. 2, 145. μολυβίς, ίδος, ἡ, Erkl. von μολύβδαινα, Hesych.