μόλυβος Save LSJ Bailly 2024 Pape μόλῠβ-ος, ὁ, = μόλιβος, LXX Ez. 27.12, Peripl.M.Rubr. 49. μόλυβος, ου (ὁ) [ῠ] plomb, Mœr. 256. Étym. cf. μόλυβδος. μόλυβος, ὁ, s. μόλιβος.