ναρθηκοειδής
ναρθηκοειδής, like the νάρθηξ
ναρθηκο-ειδής, ές,
- like the νάρθηξ, Dsc. 3.81.
ναρθηκο·ειδής, ής, ές, qui ressemble à la férule, Diosc. 3, 95.
Étym. νάρθηξ, εἶδος.
ναρθηκοειδής, ές, dem νάρθηξ ähnlich, Diosc.