Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναρθηκιάω
ναρθηκιάω, beat with a νάρθηξ or rod
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νάπα
ναπαῖος
Νάπαρις
Ναπάτης
νάπειον
νάπη
Νάπη
ναπόας
νάποινος
νάπος
ναπτάλιον
ναπτάλιος
νᾶπυ
ναπώδης
Νάρατος
Ναρβών
Νάρβων
ναρδίζω
νάρδινος
ναρδίτης
ναρδίτης οἶνος
ναρδῖτις
ναρδολιπής
νάρδον
νάρδος
ναρδόσταχυς
ναρδοφόρος
ναρεῖ
Ναρθάκιον
ναρθηκία
ναρθηκιάω
ναρθηκίζω
ναρθήκινος
ναρθήκιον
Ναρθηκίς
ναρθήκισμα
ναρθηκισμός
ναρθηκοειδής
ναρθηκοπλήρωτος
ναρθηκοφανής
ναρθηκοφόρος
ναρθηκώδης
νάρθηξ
νάρκα
νάρκαφθον
ναρκάω
νάρκη
νάρκημα
νάρκησις
ναρκίον
ναρκίσσινος
ναρκισσίτης
ναρκισσίτης λίθος
νάρκισσος
Νάρκισσος
ναρκόω
ναρκωδέως
ναρκώδης
νάρκωσις
ναρκωτικός
νάρναξ
…
ναρθηκιάω
Save
ναρθηκιάω, beat with a νάρθηξ or rod
LSJ
ναρθηκ-ιάω,
beat with a
νάρθηξ
or
rod,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}