ναπώδης
ναπώδης, woody
νᾰπώδης, ες,
- woody, Eust. 277.32, St.Byz. s.v. Βῆσσα.
ναπώδης, ης, ες [ᾰ] boisé, E. Byz. vo βῆσσα.
Étym. νάπη, -ωδης.
ναπώδης, ες, täler-, schluchtenreich, Eust.