Νειλογενής
Νειλογενής, Nile-born
Νειλο-γενής, ές,
- Nile-born, AP 9.355 (Leon.Alex.), Epigr.Gr. 982 (Philae).
Νειλο·γενής, ής, ές, enfanté par le Nil, Anth. 9, 355.
Étym. Νεῖλος, γένος.
Νειλογενής
Νειλο-γενής, ές
γίγνομαι
- Nile-born, Anth.