Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νεκροπώλης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νεκρόδεγμος
νεκροδέγμων
νεκροδερκής
νεκροδοκεῖον
νεκροδόκος
νεκροδότης
νεκροδοχεῖον
νεκροδόχος
νεκροδρόμος
νεκροειδής
νεκροθάπτης
νεκροθήκη
νεκροκαύστης
νεκροκομέω
νεκροκομίζω
νεκροκόμος
νεκροκορίνθια
νεκροκόσμος
νεκρόκοσμος
νεκρολατρεία
νεκρομαντεία
νεκρομαντεῖον
νεκρόμαντις
νεκρονώμης
νεκροπέρνας
νεκροποιός
νεκρόπολις
νεκροπομπός
νεκροπρεπής
νεκροπρεπῶς
νεκροπώλης
νεκρορύκτης
νεκρός
νεκροστολέω
νεκροστόλος
νεκροσυλία
νεκρόσυλος
νεκρόταγος
νεκροταφέω
νεκροτάφη
νεκροταφικός
νεκροταφίς
νεκροτάφος
νεκρότης
νεκροτοκέω
νεκροτόκιον
νεκροφαγέω
νεκροφάγος
νεκροφόνος
νεκροφορεῖον
νεκροφορέω
νεκροφόριον
νεκροφόρος
νεκρόφρων
νεκροφύλαξ
νεκρόχρως
νεκρόψυχος
νεκρόω
νεκρώδης
νέκρωμα
νεκρών
…
νεκροπώλης
Save
Bailly 2024
νεκρο·πώλης,
ου
(
ὁ
)
qui vend les morts,
Lyc.
276
.
Étym.
ν. πωλέω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}