νεκροδόκος
νεκρο-δόκος, ον,
- = νεκροδέγμων, receiving the dead, κλιντήρ AP 7.634 (Antiphil.).
νεκρο·δόκος, ος, ον, c. νεκροδέγμων, Anth. 7, 634.
νεκροδόκος, = νεκροδέγμων, κλιντήρ, Antiphil. 35 (VII.634).
νεκροδόκος
νεκρο-δόκος, ον
= νεκροδέγμων, Anth.