νεωτέρισμα Save νεωτέρισμα, change LSJ Bailly 2024 νεωτέρ-ισμα, ατος, τό, change, ἀέρος Ph. ap. Eus. PE 8.11. νεωτέρισμα, ατος (τὸ) c. le suiv. Phil. (Eus. P.E. 379d).