νεωρίς
νεωρ-ίς, ίδος, ἡ,
- = νεώριον, Str. 1.3.20 (sed leg. νεωρίων).
νεωρίς, ίδος, ἡ, = νεώριον, Strab. 1.3.20, wo aber Kramer mit Cor. νεωρίων für νεωρίδων liest.
νεωρίς, ίδος, ἡ,
= νεώριον, Strab.