νεώσσω Save LSJ Pape νεώσσω, Att. νεώττω, (νέος) = νεόω, νεωτερίζω, Hdn.Gr. 1.447, Hsch. νεώσσω, att. νεώττω (von νέος, wie λιμώσσω, λαιμώσσω, von λιμός, λαιμός), = νεόω, Hesych. erkl. καινίζω.