νεοκατήχητος Save Bailly 2024 Pape νεο·κατήχητος, ος, ον, nouvellement catéchisé, néophyte, Clém. 805 ; Chrys. 4, 161. Étym. ν. κατηχέομαι. νεοκατήχητος, erst kürzlich unterrichtet, K.S.