νεοκατάχριστος
νεοκατάχριστος, just smeared
νεο-κατάχριστος, ον,
- just smeared, Dsc. 4.43.
νεο·κατάχριστος, ος, ον, fraîchement enduit, Diosc. 4, 43.
Étym. ν. καταχρίω.
νεοκατάχριστος, neu, frisch bestrichen, Diosc.