νημερτέως
νημερτέως, adv. avec sincérité ou véracité, Od. 5, 98 (trisyll.) etc. ||
➳ Dor. ναμερτέως [ᾱ] Dius (Stob. Fl. 2, 499).
Étym. νημερτής.
νημερτέως
[adv. fr. νημερτής.]
Truly Od. 5.98, Od. 19.269.
[adv. fr. νημερτής.]
Truly Od. 5.98, Od. 19.269.