νηνίται Save νηνίται, webfooted LSJ νηνίται· νέοι, Hsch. νηνυρίζοντα· θρηνοῦντα, λαλοῦντα, Id. νηξίπους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος, web-footed, gloss on νέποδες, Id.