About Report a problem

Menu

νηνίται

νηνίται, webfooted

νηνίται· νέοι, Hsch. νηνυρίζοντα· θρηνοῦντα, λαλοῦντα, Id. νηξίπους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
  • web-footed, gloss on νέποδες, Id.

Saved

Recent