Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νηστεύς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νησίτης
νησῖτις
Νήσιχος
νησιώτης
Νησιώτης
νησιωτικός
νησιῶτις
νησοβασίλεια
νησοειδής
νησομαχία
νῆσόνδε
νησόομαι
νησοποιέω
νησόπολις
νῆσορ
νῆσος
Νῆσος
νησοῦντι
νησοφύλαξ
νησόω
νησσ
νῆσσα
νησσαῖος
νησσάριον
νησσίον
νησσοειδής
νησσοτροφεῖον
νησσοφόνος
νηστεία
νήστειρα
νηστεύς
νηστευτής
νηστεύω
νήστης
νηστική
νηστικός
νήστιμος
νῆστις
νηστοποσία
νηστοποτέω
νηστός
νησύδριον
νήσυρις
Νησώ
νήτεα
νήτη
νητική
νήτιτος
νητοειδής
νητός
νῆτος
νητρεκέως
νητρεκής
νῆτρον
νῆττα
νηττάριον
νηττίον
νηττοκτόνος
νηττοφόνος
νηττοφύλαξ
νήϋγμος
…
νηστεύς
Save
Pape
νηστεύς
, ὁ,
der Fastende
, wie νήστης, Sp., zw.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}