Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νῆσορ
νῆσορ, [lexical cite]
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νησαῖος
νησάων
νησεύομαι
νήση
Νησιάδεια
νησιάζω
νησιαρχέω
νησιάρχης
νησίαρχος
νησιάς
νησίγδα
νησίδιον
νησίζω
νησίον
νῆσις
νησίς
νησίτης
νησῖτις
Νήσιχος
νησιώτης
Νησιώτης
νησιωτικός
νησιῶτις
νησοβασίλεια
νησοειδής
νησομαχία
νῆσόνδε
νησόομαι
νησοποιέω
νησόπολις
νῆσορ
νῆσος
Νῆσος
νησοῦντι
νησοφύλαξ
νησόω
νησσ
νῆσσα
νησσαῖος
νησσάριον
νησσίον
νησσοειδής
νησσοτροφεῖον
νησσοφόνος
νηστεία
νήστειρα
νηστεύς
νηστευτής
νηστεύω
νήστης
νηστική
νηστικός
νήστιμος
νῆστις
νηστοποσία
νηστοποτέω
νηστός
νησύδριον
νήσυρις
Νησώ
νήτεα
…
νῆσορ
Save
νῆσορ, [lexical cite]
LSJ
νῆσορ·
νεοττός,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}