Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νηφαλίως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νήτιτος
νητοειδής
νητός
νῆτος
νητρεκέως
νητρεκής
νῆτρον
νῆττα
νηττάριον
νηττίον
νηττοκτόνος
νηττοφόνος
νηττοφύλαξ
νήϋγμος
νηῦς
νηυσιπέρητος
νήϋτμος
νηφαίνω
νηφαλέος
νηφάλεος
νηφαλεότης
νηφαλέως
νηφαλέωσις
νηφαλιεύς
νηφαλιεύω
νηφαλίζω
νηφάλιμος
νηφάλιος
νηφαλιότης
νηφαλισμός
νηφαλίως
νήφαλος
νηφαντικός
νηφαντός
νηφόντως
νήφοσι
νήφρων
νήφω
νήφων
νηχαλέος
νηχεῖον
νηχέμεναι
νήχι
νηχοτάλαντοι
νήχυτος
νήχω
νῆψις
νήω
νηῶν
νηωποιεῖον
νίβα
νιβατισμός
Νίγερ
Νιγίδιος
νίγλα
νιγλαρεύω
νίγλαρος
Νιγρῖνος
Νίγρος
νίδες
νίζω
…
νηφαλίως
Save
Bailly 2024
νηφαλίως
[
ᾰ
]
adv.
avec sobriété,
Clém.
1, 496 Migne
.
Étym.
νηφάλιος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}